|
Σελίδα 3 από 5
Οἱ διάλογοι.
Ὁ Οἰκουμενισμός, γιά νά προωθήσει τά σχέδια του,
χρησιμοποιεῖ πολλά μέσα. Τό βασικότερο εἶναι οἱ διάλογοι.
Κανείς δέν ἀγνοεῖ ὅτι ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἀπό τή φύση
της εἶναι ἀνοιχτή στό διάλογο. Ὁ Θεός πάντοτε διαλέγεται μέ τόν ἄνθρωπο καί οἱ
Ἅγιοι τῆς Ἐκκλησίας δέν ἀρνήθηκαν ποτέ τή διαλεκτική ἐπικοινωνία τους μέ τόν κόσμο.
Οἱ Ἅγιοι, ἔχοντας αὐτοσυνειδησία τῆς κοινωνίας τους μέ
τό Θεό, προσπαθοῦσαν μέ τό διάλογο νά μεταδώσουν τήν ἐμπειρία τῆς ἀλήθειας πού βίωναν.
Γι' αὐτούς ή ἀλήθεια δέν ἦταν ἀντικείμενο ἔρευνας. Δέν τήν ἀναζητοῦσαν, δέν τήν
διαπραγματεύονταν∙ ἁπλά τήν πρόσφεραν.
Ἄν ὁ διάλογος δέν ὁδηγοῦσε τούς ἑτερόδοξους στήν ἀπόρριψη τῆς πλάνης τους καί
στ ήν ἀποδοχή τῆς ὀρθοδόξου πίστεως, δέν τόν συνέχιζαν.
Δυό χρόνια διαλεγόταν ὁ ἅγιος Μάρκος ὁ Εὐγενικός μέ
τούς Παπικούς στή Σύνοδο Φερράρας-Φλωρεντίας (1438-1439). Βλέποντας ὅμως τήν ὑπεροψία,
τήν ἀδιαλλαξία καί τήν ἐμμονή τους στήν πλάνη, διέκοψε κάθε σχέση μαζί τους,
προτρέποντας μάλιστα τούς ὀρθόδοξους πιστούς:
«Ν' ἀποφεύγετε τούς Παπικούς, ὅπως ἀποφεύγει κανείς τό φίδι».
Θεολογικό διάλογο εἶχε ἀρχίσει καί ὁ Οἰκουμενικός
Πατριάρχης Ἱερεμίας Β' ὁ Τρανός μέ τούς προτεστάντες θεολόγους τῆς Τυβίγγης (1579).
Ὅταν διαπίστωσε ὅμως ὅτι ὁ διάλογος δέν ἀπέφερε κανέναν καρπό, τόν διέκοψε.
«Σᾶς παρακαλοῦμε», τούς ἔγραφε, «μή μᾶς κουράζετε ἄλλο... Ἄς πορευθεῖτε τόν δικό
σας δρόμο. Ἄν θέλετε, μπορεῖτε νά μᾶς γράφετε, ἀλλά ὄχι πλέον γιά δόγματα
πίστεως».
Οἱ διάλογοι τοῦ Οἰκουμενισμοῦ.
Οἱ σύγχρονοι οἰκουμενιστικοί διάλογοι διαφέρουν ριζικά
ἀπό τούς διαλόγους τῶν Ἁγίων, γιατί διεξάγονται μέ βάση τίς ἀρχές τῆς διευρυμένης Ἐκκλησίας καί τοῦ δογματικοῦ μινιμαλισμοῦ. Γι' αὐτό εἶναι
ἀνορθόδοξοι καί ἄκαρποι. Ἀπόδειξη, ὅτι στά ἑκατό σχεδόν χρόνια τῆς διεξαγωγῆς τους
δέν ἔχουν προσφέρει τίποτε τό ἀξιόλογο στήν ἑνότητα τοῦ χριστιανικοῦ κόσμου.
Ἀντίθετα μάλιστα, κατάφεραν νά διχάσουν τούς Ὀρθοδόξους!
Τά κυριότερα σημεῖα τῆς παθολογίας τῶν σημερινῶν
διαλόγων εἶναι τά ἑξῆς:
Α'.Ἔλλειψη ὀρθόδοξης ὁμολογίας.
Στούς διαλόγους ὁρισμένοι Ὀρθόδοξοι δέν ἐκφράζουν τήν ἀκράδαντη
πεποίθηση τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας ὅτι αὐτή ἀποτελεῖ τή μία καί μοναδική
Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ πάνω στή γῆ. Δέν προβάλλουν, ἐπίσης, τήν ἁγιασμένη
παράδοση καί τήν πνευματική ἐμπειρία τῆς Ὀρθοδοξίας, πού διαφέρουν ἀπό τίς
παραδόσεις καί τίς ἐμπειρίες τοῦ δυτικοῦ Χριστιανισμοῦ. Μόνο μιά τέτοια
ὁμολογιακή στάση θά μποροῦσε νά καταξιώσει καί νά κάνει γόνιμη τήν ὀρθόδοξη
παρουσία στούς διάλογους.
Β'. Ἔλλειψη εἰλικρίνειας.
Τό ἔλλειμμα τῆς ὀρθόδοξης μαρτυρίας, σέ συνδυασμό μέ
τήν ἀποδεδειγμένη ἀνειλικρίνεια τῶν ἑτεροδόξων, δυσχεραίνει περισσότερο τόν διαχριστιανικό
διάλογο καί τόν καθιστᾶ ἀναποτελεσματικό. Γι' αὐτό πολλές φορές εἴτε
παρατηροῦνται ἀμοιβαῖες ἐπιφανειακές ὑποχωρήσεις εἴτε χρησιμοποιεῖται
διφορούμενη γλώσσα καί ὁρολογία, προκειμένου νά συγκαλύπτονται οἱ διαφορές.
Ἄν πρῶτα-πρῶτα οἱ Ρωμαιοκαθολικοί ἦταν εἰλικρινεῖς, θά
ἔπρεπε νά δηλώσουν μέ σαφήνεια στούς οἰκουμενιστικούς κύκλους αὐτό πού τονίζουν
στούς δικούς τούς πιστούς∙ τήν ἀδιάλλακτη δηλαδή προσήλωση τούς στό παπικό
πρωτεῖο καί ἀλάθητο. Ἔτσι, βέβαια, θά φαινόταν ξεκάθαρα καί τό πώς
ὁραματίζονται τήν ἑνότητα τῶν Χριστιανῶν: ὄχι ὡς ἑνότητα πίστεως ἀλλά ὡς ὑποταγή
ὅλων κάτω ἀπό τήν παπική ἐξουσία. Ἐπιπλέον θά ἐπιβεβαιωνόταν ή διαπίστωση ὅτι ό
παπικός θεσμός ἀφενός ἀποτελεῖ τήν τραγικότερη ἀλλοίωση τοῦ Εὐαγγελίου τοῦ Χριστοῦ
καί ἀφετέρου χρησιμοποιεῖ τούς διαλόγους γιά τήν ἐξυπηρέτηση καί μόνο τῆς ἐπεκτατικῆς
του πολιτικῆς.
Κύρια ἔκφραση τῆς ἀνειλικρίνειας τῶν Παπικῶν ἀποτελεῖ
ή διατήρηση καί ή ἐνίσχυση τῆς Οὐνίας. Πρόκειται γιά ἕναν ὕπουλο θεσμό, τόν ὁποῖο
ὁ Παπισμός χρησιμοποίησε καί ἐξακολουθεῖ νά χρησιμοποιεῖ ὡς ἑνωτικό μοντέλο,
παρ' ὅλες τίς ἔντονες διαμαρτυρίες τῶν Ὀρθοδόξων καί παρά τό ὅτι αὐτός σήμερα
ἀποτελεῖ τό βασικότερο ἐμπόδιο στούς διμερεῖς διάλογους.
Ἄν πάλι οἱ ποικιλώνυμοι Διαμαρτυρόμενοι ἦταν
εἰλικρινεῖς, θά ἔπρεπε νά δηλώσουν μέ εὐθύτητα ὅτι δέν εἶναι καθόλου
διατεθειμένοι νά ὑποχωρήσουν ἀπό τίς βασικές προτεσταντικές τούς ἀρχές καί ὅτι
ἄλλες, τελικά, εἶναι οἱ αἰτίες πού τούς ἀναγκάζουν νά ἔρχονται σέ διάλογο.
Αὐτό, ἄλλωστε, φανερώνει καί ὁ κατήφορος πού ἔχουν πάρει οἱ «Ἐκκλησίες» τους (ἱερωσύνη
γυναικῶν, γάμοι ὁμοφυλοφίλων κ.ἄ.).
Γ'. Ὑπερτονισμός τῆς ἀγάπης.
Ἐπειδή ή ἀνειλικρίνεια καί οἱ ἰδιοτελεῖς σκοπιμότητες
δηλητηρίασαν τούς διαλόγους, πού κατάντησαν σέ ἀτέρμονες καί ἄκαρπες θεολογικές
συζητήσεις, ἐπιχειρήθηκε μιά στροφή. Οἱ διάλογοι τώρα ὀνομάστηκαν
"διάλογοι ἀγάπης" τόσο γιά λόγους ἐντυπώσεων ὅσο καί γιά νά παρακαμφθεῖ
ὁ σκόπελος τῶν δογματικῶν διενέξεων. «Ἡ ἀγάπη προέχει», τονίζουν. «Ἡ ἀγάπη
ἐπιβάλλει νά ἑνωθοῦμε, ἔστω κι ἄν ὑπάρχουν δογματικές διαφορές».
Γι' αὐτό καί ἡ πρακτική στούς σημερινούς διαλόγους
εἶναι νά μή συζητοῦνται αὐτά πού χωρίζουν,
ἀλλά αὐτά πού ἑνώνουν, ὥστε νά δημιουργεῖται
μιά ψευδαίσθηση ἑνότητας καί κοινῆς πίστεως. Στίς Οἰκουμενικές Συνόδους ὅμως οἱ
Πατέρες συζητοῦσαν πάντοτε αὐτά πού χώριζαν. Τό ἴδιο συμβαίνει καί σήμερα σέ
ὁποιονδήποτε διάλογο μεταξύ πλευρῶν πού ἔχουν διαφορές: Συζητοῦνται αὐτά πού χωρίζουν-
γι' αὐτό ἐξάλλου γίνεται ὁ διάλογος- καί ὄχι αὐτά πού ἑνώνουν.
Γιά μᾶς τούς Ὀρθοδόξους ἡ Ἀγάπη καί ή Ἀλήθεια εἶναι
ἔννοιες ἀδιάσπαστες. Διάλογος ἀγάπης χωρίς τήν ἀλήθεια εἶναι ψεύτικος καί
ἀφύσικος διάλογος. Ἐνῶ διάλογος ἀγάπης «ἐν ἀληθείᾳ» σημαίνει: Διαλέγομαι μέ
τούς ἑτεροδόξους ἀπό ἀγάπη, γιά νά τούς ἐπισημάνω πού βρίσκονται τά λάθη τους καί
πώς θά ὁδηγηθοῦν στήν ἀλήθεια. Ἐάν πραγματικά τούς ἀγαπῶ, πρέπει νά τούς πῶ τήν
ἀλήθεια, ὅσο κι ἄν αὐτό εἶναι δύσκολο ἤ ὀδυνηρό.
|