|
Σελίδα 1 από 5
Ο ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΣ
Πρόλογος
Ἡ ΕΚΚΛΗΣΙΑ μας εἶναι ἀπό τή φύση της καθολική καί
ἀσφαλῶς οἰκουμενική (παγκόσμια). Ἔχει ἀνοιχτή τήν ἀγκαλιά της σ' ὅλους τούς ἀνθρώπους,
κάθε φυλῆς καί ἐποχῆς, καί τούς καλεῖ νά ἔρθουν κοντά της. Ό Χριστός, πού εἶναι
ἡ κεφαλή της, ἀπευθύνει διαχρονικά στόν κόσμο τό «δεῦτε πρός με πάντες», ἐνῶ παράλληλα στέλνει τούς μαθητές του νά διδάξουν
τό Εὐαγγέλιο τῆς σωτηρίας «εἰς πάντα τά ἔθνη».
Αὐτή τή συστατική καί φυσική ἰδιότητα τῆς Ἐκκλησίας, τήν οἰκουμενικότητα-παγκοσμιότητα,
τή διεκδικοῦν σήμερα δυό κινήματα, πού ἐκφράζουν τό πνεῦμα τῆς ἐποχῆς: ὁ Οἰκουμενισμός
καί ἡ Παγκοσμιοποίηση.
Ἡ Παγκοσμιοποίηση προωθεῖται ἀπό ἰσχυρές
πολιτικοοικονομικές δυνάμεις καί προβάλλει τό μοντέλο μιᾶς ἑνοποιημένης ἀνθρωπότητας,
ἐνῶ ὁ Οἰκουμενισμός δραστηριοποιεῖται στόν θρησκευτικό χῶρο, ἐπιδιώκοντας τήν ἐκπλήρωση
τοῦ ὁράματος ἑνός ἑνωμένου Χριστιανισμοῦ καί στοχεύοντας τελικά σέ μιά
οἰκουμενική θρησκεία, μιά Πανθρησκεία. Στό τεῦχος τοῦτο ἐπιχειροῦμε νά σκιαγραφήσουμε
τό κίνημα τοῦ Οἰκουμενισμοῦ -στό ὁποῖο συμμετέχει καί ἡ Ὀρθοδοξία-, ἐπειδή αὐτό
παραμένει ἄγνωστο στό εὐρύτερο πλήρωμα τῆς Ἐκκλησίας μας καί ἐπειδή οἱ
ἐξελίξεις στούς κόλπους του προκαλοῦν ἀνησυχία καί προβληματισμό.
Ἴσως ν' ἀκούγεται περίεργα, ἀλλά εἶναι γεγονός ὅτι
σήμερα ὁ Οἰκουμενισμός ἀπειλεῖ τήν οἰκουμενικότητα τῆς Ἐκκλησίας μας, γιατί
διολισθαίνει ὅλο καί περισσότερο σέ συμβιβαστικές-συγκρητιστικές τακτικές, πού ἀναιροῦν
θεμελιώδεις ἀρχές τῆς ὀρθοδόξου πίστεως. Καί, ἄς μήν τό λησμονοῦμε, ἡ ὀρθή πίστη
εἶναι ἡ πρώτη καί κύρια προϋπόθεση τῆς σωτηρίας τοῦ ἀνθρώπου, σύμφωνα μέ τή θεόπνευστη
ἁγιοπατερική ἀπόφανση: «Ὅστις βούλεται σωθῆναι,
πρό πάντων χρή αὐτῷ τήν καθολικήν κρατῆσαι πίστιν, ἥν εἰ μή τις σῴαν καί ἄμωμον
τηρήσειεν, ἄνευ δισταγμοῦ, εἰς τόν αἰῶνα ἀπολεῖται» (Σύμβολο τῆς Πίστεως
ἁγίου Ἀθανασίου Ἀλεξανδρείας).
Ἔτσι, λοιπόν, ἄν τό σωτήριο μήνυμα τῆς Ὀρθοδοξίας μας χαθεῖ
ἀνάμεσα στά πλάνα μηνύματα τῶν ἑτεροδόξων καί τῶν ἀλλοθρήσκων, γιά χάρη ἑνός
οὐτοπικοῦ οἰκουμενιστικοῦ ὁράματος, τότε θά χαθεῖ καί ἡ ἐλπίδα τοῦ κόσμου.
Τί εἶναι ό
Οἰκουμενισμός.
Ὁ Οἰκουμενισμός εἶναι μιά κίνηση, πού διακηρύσσει ὅτι
ἔχει ὡς σκοπό τήν ἑνότητα τοῦ διαιρεμένου χριστιανικοῦ κόσμου (Ὀρθοδόξων,
Παπικῶν, Προτεσταντῶν, κ.ἄ.). Ἡ ἰδέα τῆς ἑνότητας συγκινεῖ κάθε εὐαίσθητη χριστιανική
ψυχή καί ἀνταποκρίνεται στούς μύχιους πόθους της. Τήν ἰδέα αὐτή οἰκειοποιεῖται
καί ό Οἰκουμενισμός. Ἀλλά τό ἑνωτικό του ὅραμα, ὅραμα κατεξοχήν πνευματικό, τό στηρίζει
κυρίως πάνω στίς ἀνθρώπινες προσπάθειες καί ὄχι στήν ἐνέργεια τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.
Μόνο τό Ἅγιο Πνεῦμα μπορεῖ, ὅταν συναντήσει τήν ἀνθρώπινη μετάνοια καί
ταπείνωση, νά κάνει αὐτό τό ὅραμα πραγματικότητα.
Ἡ ποθητή ἑνότητα, ἄν καί ὅταν συμβεῖ, δέν θά εἶναι παρά ἕνα θαῦμα τοῦ Θεοῦ.
Πότε ἐμφανίστηκε.
Οἱ ρίζες τοῦ Οἰκουμενισμοῦ πρέπει ν' ἀναζητηθοῦν στόν
προτεσταντικό χῶρο, στά μέσα τοῦ 19ου αἰ. Τότε κάποιες χριστιανικές Ὁμολογίες,
βλέποντας τόν κόσμο νά φεύγει ἀπό κοντά τους λόγω τῆς αὐξανόμενης θρησκευτικῆς
ἀδιαφορίας καί τῶν ὀργανωμένων ἀντιθρησκευτικῶν κινημάτων, ἀναγκάστηκαν σέ μιά
συσπείρωση καί συνεργασία.
Αὐτή ἡ ἑνωτική δραστηριότητά τους ἔλαβε ὀργανωμένη
πλέον μορφή, ὡς Οἰκουμενική Κίνηση, τόν 20ό αἰ., καί κυρίως τό 1948, μέ τήν ἵδρυση
στό Ἄμστερνταμ τῆς Ὁλλανδίας τοῦ Παγκοσμίου Συμβουλίου τῶν Ἐκκλησιῶν (Π.Σ.Ε.),
πού ἑδρεύει στή Γενεύη.
Θά πρέπει, βέβαια, νά σημειωθεῖ ὅτι τό Π.Σ.Ε. δέν θά
μποροῦσε ποτέ νά πάρει "οἰκουμενικό" χαρακτήρα, ἀλλά θά παρέμενε ἁπλά
μιά ἐνδοπροτεσταντική ὑπόθεση, ἄν δέν συμμετεῖχαν καί κάποιες τοπικές Ὀρθόδοξες
Ἐκκλησίες. Οἱ Ρωμαιοκαθολικοί ἀρνήθηκαν νά συμμετάσχουν. Ἀργότερα ὅμως, χωρίς
νά ἐνταχθοῦν στό Π.Σ.Ε., μπῆκαν κι αὐτοί στήν Οἰκουμενική Κίνηση. Μέ σχετικό
διάταγμα τῆς Β' Βατικανῆς Συνόδου (1964), ἐγκαινίασαν ἕναν δικό τούς Οἰκουμενισμό
πού στοχεύει στήν ἕνωση ὅλων τῶν Χριστιανῶν κάτω ἀπό τήν παπική ἐξουσία.
Ἡ συμμετοχή τῶν Ὀρθοδόξων στήν Οἰκουμενική Κίνηση.
Πρέπει νά ὁμολογήσουμε ὅτι σημαντική ὤθηση στή
δημιουργία τῆς Οἰκουμενικῆς Κινήσεως ἔδωσε καί τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο
Κωνσταντινουπόλεως ἰδιαίτερα μάλιστα μέ τό Διάγγελμα τοῦ 1920, πού, ὅπως ἀποδείχθηκε,
ἀποτέλεσε τή βάση καί τόν "Καταστατικό Χάρτη" τῆς συμμετοχῆς τῶν Ὀρθοδόξων
στήν Οἰκουμενική Κίνηση.
Τό Διάγγελμα αὐτό ἦταν κάτι τό πρωτόγνωρο στήν ἱστορία
τῆς Ἐκκλησίας, ἐπειδή γιά πρώτη φορά ἐπίσημο ὀρθόδοξο κείμενο χαρακτήριζε ὅλες
τίς ἑτερόδοξες Κοινότητες τῆς Δύσεως "Ἐκκλησίες", «ὡς συγγενεῖς καί οἰκείας ἐν Χριστῷ καί
συγκληρονόμους καί συσσώμους τῆς ἐπαγγελίας τοῦ Θεοῦ». Ἔτσι ἀνέτρεπε τήν ὀρθόδοξη
ἐκκλησιολογία. Καί γιά νά μήν ἀναφερθοῦμε σέ παλαιότερες ἐποχές, φτάνει νά θυμηθοῦμε
ὅτι λίγα χρόνια νωρίτερα (1895) τό ἴδιο Πατριαρχεῖο, σέ ἐγκύκλιό του τοποθετοῦσε
τόν Παπισμό ἐκτός Ἐκκλησίας, ἐπειδή εἰσήγαγε «αἱρετικάς διδασκαλίας καί
καινοτομίας». Γι' αὐτό καί καλοῦσε τούς Δυτικούς Χριστιανούς νά ἐπιστρέψουν
στούς κόλπους τῆς μιᾶς Ἐκκλησίας, δηλαδή τῆς Ὀρθοδοξίας.
Τό Διάγγελμα τοῦ 1920 ἔχοντας ὡς πρότυπο τή διακρατική
«Κοινωνία τῶν Ἐθνῶν», πρότεινε τή σύμπηξη μιᾶς «συναφείας καί κοινωνίας μεταξύ τῶν Ἐκκλησιῶν», μέ κυριότερους
στόχους α) τήν ἐπανεξέταση τῶν δογματικῶν διαφορῶν μέ συμβιβαστική διάθεση, β)
τήν παραδοχή ἑνιαίου ἡμερολογίου (ἡ μερική ἐφαρμογή τοῦ ὁποίου ἐπέφερε,
δυστυχῶς, ἐνδοορθόδοξο ἑορτολογικό διχασμό), καί γ) τή συγκρότηση παγχριστιανικῶν
συνεδρίων.
Ἐκτός ἀπό τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο, ὅλες σχεδόν οἱ
Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες ζήτησαν σταδιακά νά γίνουν, καί ἔγιναν, δεκτές ὡς μέλη τοῦ Π.Σ.Ε.
Μερικές, ὡστόσο, ἀναγκάστηκαν ἀργότερα ν' ἀναδιπλωθοῦν καί ν' ἀποχωρήσουν,
καθώς ἀφενός παρακολουθοῦσαν μέ ἀπογοήτευση τόν ἐκφυλισμό του καί ἀφετέρου
πιέζονταν ἀπό τίς ἔντονες ἀντιοικουμενιστικές ἀντιδράσεις τοῦ ποιμνίου τους.
Εὔλογο πρόβαλλε τό ἐρώτημα: Πῶς, ἄραγε, μπορεῖ ἡ Ὀρθοδοξία νά εἶναι ἐνταγμένη
ὡς "μέλος" σέ "κάτι", τή στιγμή πού ἡ ἴδια εἶναι τό "ὅλον",
τό Σῶμα τοῦ Χριστοῦ, καί πού καλεῖ ὅλους νά γίνουν μέλη Του;
Ἡ παρουσία, ἄλλωστε, τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν στίς
Συνελεύσεις τοῦ Π.Σ.Ε., λόγω τοῦ τρόπου συγκροτήσεως καί λειτουργίας του, ἦταν
πάντα ἰσχνή, ἀτελέσφορη καί διακοσμητική. Οἱ ἀποφάσεις του διαμορφώνονταν
ἀποκλειστικά ἀπό τήν ποσοτική ὑπεροχή τῶν προτεσταντικῶν ψήφων. Βέβαια, μέχρι τό 1961, οἱ Ὀρθόδοξοι στίς Γενικές
Συνελεύσεις κατέθεταν ἰδιαίτερες δηλώσεις -μερικές ἀποτελοῦν μνημειώδη
ὁμολογιακά κείμενα- ὡς ἐκπρόσωποι τῆς Μιᾶς, Ἁγίας, Καθολικῆς καί Ἀποστολικῆς
Ἐκκλησίας.
Ὅσον ἀφορᾶ στό οἰκουμενιστικό ἄνοιγμα τοῦ Βατικανοῦ, ἡ
ἀνταπόκριση τῆς Ὀρθοδοξίας ὑπῆρξε θετική, μέ κύριο ἐκφραστή της τόν Οἰκουμενικό
Πατριάρχη Ἀθηναγόρα. Ό Πατριάρχης συναντήθηκε μέ τόν πάπα Παῦλο ΣΤ' στά
Ἱεροσόλυμα (1964), προχώρησε μαζί του στήν ἀμοιβαία ἄρση τῶν ἀναθεμάτων τοῦ Σχίσματος
τοῦ 1054 καί ὑποστήριξε τό "διάλογο τῆς ἀγάπης", προωθώντας ἔτσι τούς
στόχους τῆς Β' Βατικανῆς Συνόδου.
<< Αρχική < Προηγ. 1 2 3 4 5 Επόμ. > Τελευταία >> |