|
Σελίδα 2 από 5
Τά θεωρητικά "ἀνοίγματα" τοῦ Οἰκουμενισμοῦ.
Ὁ Οἰκουμενισμός, γιά νά ὑλοποιήσει τούς στόχους του,
ἀναγκάζεται νά παραθεωρήσει ἤ καί ν' ἀναθεωρήσει ὁρισμένες βασικές ἀρχές τῆς Ὀρθοδοξίας.
Προβάλλει τήν ἀντίληψη τῆς "Διευρυμένης Ἐκκλησίας", σύμφωνα μέ τήν ὁποία ἡ Ἐκκλησία
εἶναι μία καί περιλαμβάνει τούς Χριστιανούς κάθε Ὁμολογίας, ἀπό τή στιγμή πού δέχτηκαν
τό βάπτισμα. Ἔτσι ὅλες οἱ χριστιανικές Ὁμολογίες εἶναι μεταξύ τους "Ἀδελφές Ἐκκλησίες".
Μέσα στό ἴδιο πνεῦμα κινεῖται καί ἡ ἰδέα τῆς "Παγκόσμιας ὁρατῆς Ἐκκλησίας":
Ἡ Ἐκκλησία πού ὑφίσταται τάχα "ἀόρατα" καί ἀπαρτίζεται ἀπ' ὅλους τούς
Χριστιανούς, θά φανερωθεῖ καί στήν ὁρατή της διάσταση μέ τίς κοινές ἑνωτικές
προσπάθειες.
Τίς ἀντιλήψεις αὐτές ἐπηρέασε καί ἡ προτεσταντική θεωρία τῶν κλάδων, σύμφωνα μέ τήν ὁποία
ή Ἐκκλησία εἶναι ἕνα "δένδρο" μέ "κλαδιά" ὅλες τίς
χριστιανικές Ὁμολογίες, καθεμιά ἀπό τίς ὁποῖες κατέχει ἕνα μόνο μέρος τῆς ἀλήθειας.
Ἄς προστεθεῖ ἐπίσης καί ἡ θεωρία τῶν "δύο πνευμόνων", πού ἀναπτύχθηκε μεταξύ
ὀρθοδόξων οἰκουμενιστῶν καί παπικῶν. Σύμφωνα μ' αὐτήν Ὀρθοδοξία καί Παπισμός
εἶναι οἱ δύο πνεύμονες, μέ τούς ὁποίους ἀναπνέει ἡ Ἐκκλησία. Γιά ν' ἀρχίσει
τάχα ν' ἀναπνέει ὀρθά καί πάλι θά πρέπει οἱ δύο πνεύμονες νά συγχρονίσουν τήν ἀναπνοή
τους.
Τέλος, στίς μεθόδους, πού χρησιμοποιεῖ ὁ Οἰκουμενισμός
γιά τήν προσέγγιση τῶν Χριστιανῶν, περιλαμβάνεται καί ὁ δογματικός μινιμαλισμός. Πρόκειται γιά προσπάθεια νά συρρικνωθοῦν
τά δόγματα στά πιό ἀναγκαῖα, σ' ἕνα "μίνιμουμ" (=ἐλάχιστο),
προκειμένου νά ὑπερπηδηθοῦν οἱ δογματικές
διαφορές μεταξύ τῶν Ὁμολογιῶν. Τό ἀποτέλεσμα ὅμως εἶναι ἡ παραθεώρηση τοῦ δόγματος,
ό ὑποβιβασμός καί ή ἐλαχιστοποίηση τῆς σημασίας του. «Ἄς ἑνωθοῦν», λένε, «οἱ
Χριστιανοί, καί τά δόγματα τά συζητοῦν ἀργότερα οἱ θεολόγοι»! Μέ τή μέθοδο
βέβαια τοῦ δογματικοῦ μινιμαλισμοῦ εἶναι ἴσως εὔκολο νά ἑνωθοῦν οἱ Χριστιανοί.
Οἱ τέτοιοι "Χριστιανοί" ὅμως μπορεῖ νά εἶναι "Ὀρθόδοξοι, δηλαδή
ἀληθινά Χριστιανοί;
Ἡ ὀρθόδοξη ἀντίληψη γιά τήν Ἐκκλησία.
Σύμφωνα μέ τήν ὀρθόδοξη ἐκκλησιολογία, Ἐκκλησία καί
Ὀρθοδοξία ταυτίζονται. Ή Ἐκκλησία εἶναι ὁπωσδήποτε Ὀρθόδοξη καί ἡ Ὀρθοδοξία
εἶναι ή Μία, Ἁγία, Καθολική καί Ἀποστολική Ἐκκλησία, τό Σῶμα τοῦ Χριστοῦ. Καί
ἐπειδή ό Χριστός εἶναι ἕνας, ἄρα καί ή Ἐκκλησία εἶναι μία. Γι' αὐτό ποτέ δέν
νοεῖται διαίρεση στήν Ἐκκλησία. Μόνο χωρισμό ἀπό τήν Ἐκκλησία ἔχουμε. Σέ
συγκεκριμένες δηλαδή ἱστορικές στιγμές οἱ αἱρετικοί καί οἱ σχισματικοί
ἀποκόπηκαν ἀπ' αὐτήν, κι ἔτσι ἔπαψαν νά εἶναι μέλη της.
Ἡ Ἐκκλησία κατέχει τό πλήρωμα τῆς ἀλήθειας, ὄχι μιᾶς
ἀφηρημένης ἀλήθειας, ἀλλά ἑνός τρόπου ζωῆς πού σώζει τόν ἄνθρωπο ἀπό τό θάνατο
καί τόν κάνει "κατά χάριν Θεό".
Ἀντίθετα, ἡ αἵρεση ἀποτελεῖ ὁλική ἤ μερική ἄρνηση τῆς ἀλήθειας, ἕνα κομμάτιασμά
της, πού ἔτσι παίρνει τό χαρακτήρα καί τήν παθολογία μιᾶς ἰδεολογίας. Χωρίζει
τόν ἄνθρωπο ἀπό τόν τρόπο ὑπάρξεως πού ἔδωσε ὁ Θεός στήν Ἐκκλησία Του καί τόν θανατώνει
πνευματικά.
Τά δόγματα ἐπίσης, τά ὁποῖα περικλείουν τίς
ὑπερβατικές ἀλήθειες τῆς πίστεώς μας, δέν εἶναι ἀφηρημένες ἔννοιες καί
διανοητικές συλλήψεις, οὔτε, πολύ περισσότερο, μεσαιωνικός σκοταδισμός ἤ
θεολογικός σχολαστικισμός. Ἐκφράζουν τήν ἐμπειρία καί τό βίωμα τῆς Ἐκκλησίας.
Γι' αὐτό, ὅταν ὑπάρχει διαφορά στά δόγματα, ὑπάρχει ὁπωσδήποτε καί διαφορά στόν
τρόπο ζωῆς. Κι ὅποιος ὑποτιμᾶ τήν ἀκρίβεια τῆς πίστεως, δέν μπορεῖ νά ζήσει τήν
πληρότητα τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς.
Ὁ Χριστιανός πρέπει νά δεχθεῖ ὅλα ὅσα ἀποκάλυψε ὁ
Χριστός. Ὄχι ἕνα "μίνιμουμ", ἀλλά τό σύνολο. Γιατί στήν ὁλότητα καί
τήν ἀκεραιότητα τῆς πίστεως διασώζονται ἡ καθολικότητα καί ἡ ὀρθοδοξία τῆς Ἐκκλησίας.
Ἔτσι ἐξηγοῦνται οἱ μέχρις αἵματος ἀγῶνες τῶν ἁγίων
Πατέρων γιά τή διαφύλαξη τῆς πίστεως τῆς Ἐκκλησίας, καθώς καί ἡ μέριμνά τους γιά
τή διατύπωση, μέ τό φωτισμό τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τῶν "ὅρων" τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων. Οἱ "ὅροι" αὐτοί δέν σημαίνουν τίποτε ἄλλο παρά τά ὅρια, τά σύνορα
τῆς ἀλήθειας, γιά νά μποροῦν οἱ πιστοί νά διακρίνουν τήν Ἐκκλησία, ὡς
Ὀρθοδοξία, ἀπό τήν αἵρεση.
Οἱ ἑτερόδοξοι, μέ τό νά ἀρνηθοῦν τήν πληρότητα τῆς
ἀλήθειας, χωρίστηκαν ἀπό τήν Ἐκκλησία. Γι' αὐτό καί εἶναι αἱρετικοί. Ἑπομένως
στεροῦνται τήν ἁγιαστική χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, καί τά "Μυστήρια"
τους εἶναι ἄκυρα, τό βάπτισμα λοιπόν, πού τελοῦν, δέν μπορεῖ νά τούς εἰσαγάγει
στήν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ.
«Τούς γάρ παρά
τῶν αἱρετικῶν βαπτισθέντας ἤ χειροτονηθέντας οὔτε πιστούς οὔτε κληρικούς εἶναι
δυνατόν», μᾶς λέει ό ΞΗ' κανόνας τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων. Καί ό ἅγιος Νικόδημος ό
Ἁγιορείτης συμπληρώνει: «Ὅλων τῶν αἱρετικῶν
τό βάπτισμα εἶναι ἀσεβές καί βλάσφημον καί οὐδεμίαν κοινωνίαν ἔχει πρός τό τῶν Ὀρθοδόξων».
Τί μᾶς λένε ὅμως οἱ ὀρθόδοξοι οἰκουμενιστές;
Ὀρθόδοξος ἱεράρχης διακήρυσσε ὅτι «τό Ἅγιο Πνεῦμα
ἐπενεργεῖ σέ κάθε χριστιανικό βάπτισμα» καί ὅτι ό ἀναβαπτισμός τῶν ἑτεροδόξων
Χριστιανῶν ἀπό τούς Ὀρθοδόξους ἐμπνέεται ἀπό «στενοκεφαλιά, φανατισμό καί
μισαλλοδοξία... Εἶναι μιά ἀδικία κατά τοῦ χριστιανικοῦ Βαπτίσματος καί
πραγματικά μία βλασφημία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος»!¹
Ἄλλος ἱεράρχης δήλωσε ἀπευθυνόμενος σέ ἑτεροδόξους:
«Εἴμεθα ὅλοι μέλη Χριστοῦ, ἕνα καί μοναδικό σῶμα, μιά καί μοναδική "καινή
κτίσις" ἐφ' ὅσον τό κοινό μας βάπτισμα μᾶς ἐλευθέρωσε ἀπό τόν θάνατο»².
Ἡ οἰκουμενιστική ἐκκλησιολογία ἐκφράστηκε ἀπό ἐπίσημα
ὀρθόδοξα χείλη καί ὡς ἑξῆς: «Ὀφείλομεν νά εἴμεθα ἕτοιμοι νά ἀναζητήσωμεν καί νά
ἀναγνωρίσωμεν τήν παρουσίαν τῆς Ἐκκλησίας καί ἐκτός τῶν ἰδικῶν μας κανονικῶν
ὁρίων, πρός τά ὁποῖα ταυτίζομεν τήν μίαν, ἁγίαν, καθολικήν καί ἀποστολικήν
Ἐκκλησίαν».
Ἀλλά ὑπάρχουν καί τολμηρότεροι, πού ὁραματίζονται τήν "ἐπανίδρυση"
τῆς Ἐκκλησίας διαμέσου τῆς ἑνώσεως ὅλων τῶν Χριστιανῶν: Ὀρθόδοξος ἱεράρχης
διατείνεται ὅτι «ἔχουμε ἀνάγκη ἑνός νέου Χριστιανισμοῦ, πού θά βασίζεται ἐξ ὁλοκλήρου
σέ νέες ἀντιλήψεις καί ὅρους. Δέν μποροῦμε νά διδάξουμε τό εἶδος τῆς θρησκείας
πού παραλάβαμε στίς ἐρχόμενες γενιές».
|