|
Γράφει
ἡ κ.Ἑλένη Χάρου-Κορωναίου
Μυρτιδιώτισσα
Χτίστηκε
περί τό 1580 ἀπό τούς Βενετούς καί ἀρχικά λειτουργοῦσε σάν Καθολικός ναός
ἐπ'ὀνόματι τῆς Παναγίας τῶν Λατίνων. Ἡ κινητή καί ἀκίνητη περιουσία του ἀνῆκε
στό δημόσιο (jus patronato di sua Serenita). Κατά τό τέλος τοῦ 18ου αἰώνα στήν
ταραγμένη περίοδο τῆς ἀλλαγῆς τῶν κατακτητῶν, ὅταν τά Κύθηρα περιῆλθαν ἀπό τούς
Βενετούς στούς Γάλλους καί κατόπιν στούς Ρωσσοτούρκους, ὁ ναός ὑπέστη
σοβαρότατες ζημιές, καθώς τό κάστρο ἦταν τό κέντρο τῶν ἐπιχειρήσεων καί ὁ
στόχος τοῦ κάθε ἐπίδοξου κυρίαρχου.
Περί
τό 1680 ἡ εἰκόνα τῆς Μυρτιδιώτισσας μετεφέρθη ἀπό τά Μυρτίδια στό Λατινικό ναό
τοῦ φρουρίου γιά λόγους ἀσφαλείας, διότι τά Μυρτίδια ἦσαν ἀφύλακτη περιοχή καί
ἐκτεθειμένα στίς ἐπιδρομές τῶν πειρατῶν. Ἡ εἰκόνα παρέμεινε στό Κάστρο μέχρι τό
1842, ὁπότε μετεφέρθη ὁριστικά στά Μυρτίδια.
Κατά
τό 1806 ὁ Πρύτανις τῶν Κυθήρων Διονύσιος Ἀρβανιτάκης γιά νά ἀνταποκριθεῖ στό
θρησκευτικό συναίσθημα τῶν Κυθηρίων ἀποφάσισε νά ἐπισκευάσει τό ναό τοῦ
φρουρίου καί νά τόν ἐγκαινιάσει ὀρθόδοξο ἐπ'ὀνόματι τῆς Μυρτιδιωτίσσης.
Συγχρόνως ἐθέσπισαν κανονισμό λειτουργίας τοῦ ναοῦ, σύμφωνα μέ τόν ὁποῖο ὁ ναός
γινόταν συναδελφικός, ὅπως ἡ Ἁγία Ἄννα στή Χώρα, ἡ Κοντελετοῦ στό Λειβάδι, ὁ
Ἅγιος Χαράλαμπος στό Μυλοπόταμο καί ὁ Ἅγιος Χαράλαμπος στόν Καραβά. Οἱ
ἐπίτροποι τοῦ ναοῦ ἦσαν 3 καί διορίζονταν ἀπό τήν τοπική Κυβέρνηση. Ἡ συνέλευση
τῶν ἀδελφῶν ἐξέλεγε τόν ἐφημέριο καί τό ταμεῖο τῆς Ἀδελφότητας λειτουργοῦσε καί
ὡς ἐνεχυροδανειστήριο. Οἱ ἐπίτροποι εἶχαν τό δικαίωμα νά δανείσουν ἰδιῶτες μέ
νόμιμο τόκο πρός ὄφελος τοῦ ναοῦ. Οἱ πρῶτοι ἐπίτροποι τοῦ ναοῦ ἦσαν οἱ Θεόδωρος
Στάης, Ἰωάννης Μόρμορης, Ἰωάννης Καλούτσης καί Δημ.Κασιμάτης. Στή θέση τοῦ
ἐφημερίου ἐκλεγόταν μόνο ὁ ἱερέας πού ἦταν μέλος τῆς ἀδελφότητας καί ἡ θητεία
του διαρκοῦσε ἕνα ἔτος. Ὁ ἐφημέριος ἐξασφάλιζε ἀπό τούς Ἐπιτρόπους 2 δοχεῖα
λάδι, κερί, λιβάνι καί 70 γρόσια ἐτήσιο μισθό. Ἦταν ὑποχρεωμένος νά λειτουργεῖ
ὅλες τίς Κυριακές, νά τελεῖ τούς Ἑσπερινούς, Ὄρθρους, Ὁλονυκτίες καί νά
ἱερουργεῖ στίς μεγάλες γιορτές. Ἡ ἐκλογή στήν ἐφημερία τοῦ ναοῦ ἦταν μιά
ξεχωριστή τιμή γιά τόν ἐνδιαφερόμενο, δεδομένου ὅτι ὁ ναός εἶχε μεγάλη αἴγλη,
ἰδιαιτέρως κατά τό διάστημα πού φιλοξενοῦσε τήν Εἰκόνα τῆς Μυρτιδιώτισσας. Κατά
τό διάστημα 1806 - 1820 ὑπηρέτησαν οἱ ἱερεῖς:
Προκόπιος Καλλονᾶς (μετέπειτα Ἐπίσκοπος
Κυθήρων)
Γρηγόριος Φατσέας
Δανιήλ
Σαγιάνος
Εὐγένιος Μαχαιριώτης (μετέπειτα Ἐπίσκοπος
Κυθήρων).
Ὅταν
ὁλοκληρώθηκαν οἱ ἐργασίες ἀποκατάστασης τοῦ μνημείου τό 1806, ἡ κυβέρνηση πῆρε
μέτρα γιά τή μεγαλύτερη ἀσφάλεια τῆς εἰκόνας. Πρῶτα πρῶτα κατασκεύασαν ἕνα
εἰκονοστάσι μέ κιγκλιδωτές πόρτες μέσα στό ὁποῖο θά τοποθετοῦσαν τήν εἰκόνα.
Αὐτό τό εἰκονοστάσι τοποθετήθηκε στό Ἱερό Βῆμα καί εἶχε 3 κλειδαριές. Τά
κλειδιά κρατοῦσαν οἱ ἐπίτροποι καί ἡ τοπική κυβέρνηση. Τέσσερις φορές τό χρόνο
ἔβγαινε ἀπό τήν ἱερή κρύπτη της: τή Σαρακοστή, τό 15αύγουστο, στή γιορτή τῆς
24ης Σεπτεμβρίου καί τά Χριστούγεννα. Τή Σαρακοστή ἐξετίθετο σέ λαϊκό
προσκύνημα στό ναό τοῦ Κάστρου. Γιά τό Πάσχα μεταφερόταν στόν Ἐσταυρωμένο καί
τή Δευτέρα τοῦ Πάσχα ἄρχιζε ἡ «γύρα» στά χωριά μας γιά 10 ἡμέρες. Κατόπιν
ἐπέστρεφε πάλι στό Κάστρο. Κατά τό 15αύγουστο καί τά Χριστούγεννα ἐξετίθετο σέ
λαϊκό προσκύνημα στό ναό τοῦ Κάστρου. Στίς 22 Σεπτεμβρίου μεταφερόταν μέ πομπή
στά Μυρτίδια, ὅπου παρέμενε μέχρι τίς 26, ὁπότε ἐπέστρεφε πάλι στό φρούριο.
Μετά
τήν ἀπομάκρυνση τῆς εἰκόνας τό 1842 ὁ ναός ἔχασε τήν παληά του αἴγλη καί ἐτέθη
ὑπό τήν προστασία τῆς ἀδελφότητας τῆς Ἁγίας Ἄννας.
Ἡ
πόρτα τοῦ ναοῦ, ἔργο τοῦ 1828 κατασκευάστηκε μέ δαπάνη τοῦ Γεωργίου
Οὐαλεριανοῦ, πλούσιου ἄρχοντα ἀπό τήν Κωνσταντινούπολη, ὁ ὁποῖος κατέφυγε στά
ἀγγλοκρατούμενα Κύθηρα μέ τήν κήρυξη τῆς Ἐπανάστασης.
Στή
θέση τῆς εἰκόνας πού ἐπέστρεψε στά
Μυρτίδια, τοποθετήθηκε ἕνα ἀντίγραφο τοῦ 1844, ἔργο τοῦ Στέφανου Στάη.
Παναγία
Ὀρφανή
Δίπλα
στή Λατινική Ἐκκλησία, ἐπί Ἐνετοκρατίας ἦταν ἡ ἐκκλησία ἡ «Ρομέηκη», ἡ Παναγία
ἡ Ὀρφανή. Ὑπάρχουν ὑπολείμματα 4 στρωμάτων τοιχογραφιῶν πού ἀνήκουν στό 16ο-17ο
αἰώνα. Ὁ ναός ἦταν μετόχι τῆς Μονῆς τῆς Παναγίας τῆς Ἀγκαράθου Ἡρακλείου Κρήτης
καί τή διαφέντευε ἡ οἰκογένεια Καλλονᾶ, ἡ ὁποία ἦταν ἐπιφανής οἰκογένεια τοῦ
Ἡρακλείου, πού ἀνέδειξε ἡγουμένους, πρωτοπαπάδες, πρωτοσυγκέλλους τοῦ
Οἰκουμενικοῦ Θρόνου, νοτάριους καί ἀρχιερεῖς. Ἀπό ἔγγραφα πού σώζονται στό
Ἀρχεῖο τῶν Κυθήρων ὁ ἡγούμενος τῆς Ἀγκαράθου Μελέτιος Καλλονᾶς περί τό 1688
ἐμφανίζεται νά διεκδικεῖ στά Κύθηρα τήν ἐκκλησία τῆς Παναγίας τῆς Ὀρφανῆς στό
φρούριο σύμφωνα μέ παλιά προνόμια πού τοῦ χορηγήθηκαν. Στήν ἐκκλησία φυλάσσονταν τά κειμήλια καί ἡ
εἰκόνα τῆς Μονῆς Ἀγκαράθου. Τό 1972 ἦρθαν ἐκπρόσωποι τῆς Μονῆς καί πῆραν τήν
εἰκόνα στήν Κρήτη.
Εἰς
τό ναό τῆς Ὀρφανῆς, κατά τήν ἀναχώρηση τῶν Βενετῶν ἀπό τά Κύθηρα τό 1797 καί
μέχρι νά ἐπισκευασθεῖ καί νά ἐγκαινιασθεῖ ἡ διπλανή ἐκκλησία τῆς Μυρτιδιώτισσας
φυλάχτηκε ἡ εἰκόνα τῆς Μυρτιδιώτισσας.
Οἱ
ἱερεῖς πού ὑπηρέτησαν κατά τό 18ο-19ο αἰώνα ἦσαν ὁ ἱερομόναχος Μελέτιος
Καλλονᾶς, ὁ Προκόπιος Καλλονᾶς ἱερομόναχος καί ἱερομνήμων (μετέπειτα
ἐπίσκοπος), Ἀθανάσιος ἱερομόναχος Καστρίσος, Μηνᾶς Κεντρωτῆς, Χρύσανθος
ἱερομόναχος Βεντούρης, Γρηγόριος ἱερομόναχος Φατσέας, Νικόλαος Κασιμάτης, Μηνᾶς
Κασιμάτης.
Παντοκράτορας
Χτίστηκε
τό 1545 ἀπό τήν κυρά Μαρία Κασιμάτενα. Λειτούργησε μέχρι τό β' ἥμισυ τοῦ 19ου
αἰώνα ὡς ἐνορία μέσα ἀπό τήν ὁποία πέρασαν οἱ ἐπιφανέστεροι τῆς πνευματικῆς,
πολιτικῆς καί στρατιωτικῆς ἡγεσίας τοῦ τόπου. Οἱ ἱερεῖς πού ὑπηρέτησαν τό ναό
ἀπό τό 17ο-19ο αἰώνα ἦταν ἀπό τήν οἰκογένεια τῶν κτητόρων Κασιμάτη -Μπολάνη ἀπό
τήν Καρβουνάδα καί εἶναι οἱ ἑξῆς: παπά-Μανέας, παπά-Μᾶρκος, Πρωτοπαπάς
παπά-Γιάννης, παπά-Μάρκος, παπά-Θοδωρῆς, παπά-Νικόλας, παπά-Μηνᾶς. Στόν
Παντοκράτορα μεταξύ τῶν ἐπιφανῶν πού ἐνταφιάστηκαν ἦσαν οἱ Ἀρχιερεῖς Νικηφόρος
Μόρμορης καί Γρηγόριος Κασιμάτης, ὁ ἰατροφιλόσοφος Γεώργιος Μόρμορης καί οἱ
πρόγονοι τοῦ ἐθνικοῦ μας ποιητή Σολωμοῦ στά Κύθηρα. Οἱ τοιχογραφίες τοῦ ναοῦ
εἶναι ἐξαίρετα δείγματα τῆς μεταβυζαντινῆς περιόδου μέ σπάνια θέματα ὅπως ἡ
τιμωρία τοῦ ἁμαρτωλοῦ στήν Κόλαση.
Ἅγιος Ἰωάννης
Ὁ
ναός εἶναι ἰδιόκτητος τῆς οἰκογενείας Στάη. Τό 18ο αἰώνα λειτουργεῖ μέ τούς
ἱερομόναχο Γεράσιμο Βασμοῦλο, ἱερομόναχο Νικόδημο Μόρμορη, παπά-Θοδωρῆ Στάη,
παπά-Ἀνδρέα Στάη πρωτοσύγκελλο.
|